Κριτική παράστασης «Ποιος έπνιξε τον Μπερνιέ;»

2024-01-19
Γράφει ο Βασίλης Τσερτσίδης


Χθες το βράδυ παρακολούθησα τη παράσταση «Ποιος έπνιξε τον Μπερνιέ;» στο φιλόξενο θέατρο Αμαλία. Μια φαρσοκωμωδία σε σενάριο και σκηνοθεσία του Γιάννη Καραμπέλκου, η οποία πήρε παράταση λόγω επιτυχίας, υποσχόταν στους θεατές ότι θα πνιγούν από τα γέλια και… κράτησε την υπόσχεση της.

Τι συμβαίνει όταν σε ένα σπίτι μαζεύονται (εν αγνοία τους) άνθρωποι που κύριο μέλημα τους είναι να… περάσουν καλά; Τι ρόλο διαδραματίζει μια ηλικιωμένη που εισβάλλει στο εν λόγω σπίτι; Ποια σκοτεινή μηχανορραφία τους εμποδίζει από το να ζήσουν ένα φλογερό βράδυ με το έτερον τους ήμισυ και, εν τέλει, ποιος έπνιξε τον Μπερνιέ; Το πρωτότυπο κείμενο του Γιάννη Καραμπέλκου είναι γεμάτο με σπαρταριστές ατάκες, ευφυείς «παρεξηγήσεις», έξυπνο «μπλέξιμο» της ζωής των ηρώων και πηγαίο χιούμορ, προσωπικά τουλάχιστον, μιας και το χιούμορ είναι ξεκάθαρα υποκειμενικό. Στην αρχή της παράστασης, το κοινό χρειάστηκε λίγα λεπτά μέχρι να «ζεσταθεί», αλλά μόλις εναρμονίστηκε με τη γενικότερη φιλοσοφία του κειμένου, το γέλιο ήταν αδιάκοπο.

Το σκηνικό ήταν επαγγελματική κατασκευή -οι τοίχοι συγκεκριμένα- για να θυμίζει εσωτερικό σπιτιού, κάτι που με εντυπωσίασε, μιας και συνήθως πλέον χρησιμοποιούνται μονάχα έπιπλα στις περισσότερες παραστάσεις. Ένας λευκός καναπές κι ένας καλόγερος στα δεξιά, ένα τραπέζι με δύο καρέκλες στ'αριστερά, μια μπαλκονόπορτα με κουρτίνες, ένα διπλό ντουλάπι με αντικείμενα οικιακής χρήσης, εν συναρτήσει με τη κατασκευή που πλαισίωνε τη σκηνή ως «διαμέρισμα», παραχωρούσαν στους ηθοποιούς το κατάλληλο πλαίσιο για να κυλήσει η πλοκή.

Εκτίμησα πολύ τον συγχρονισμό που είχαν όσοι αλληλεπιδρούσαν επί σκηνής, ειδικά όταν έπρεπε να μιλήσουν ταυτόχρονα ή να εισέλθουν κάποιοι με τη ταυτόχρονη αποχώρηση άλλων, κάτι που στη θεωρία φαντάζει εύκολο, αλλά επί του πρακτέου χρειάζεται αρκετές πρόβες, καθώς και χημεία μεταξύ των συμμετεχόντων. Κάτι άλλο που επίσης με εντυπωσίασε είναι ότι όλοι οι χαρακτήρες είχαν κάτι που τους ξεχώριζε, ένα ευδιάκριτο στοιχείο, αυτό που τους καθιστούσε «χαρακτήρες». Με άλλα λόγια, δεν υπήρχαν απλά για να υπάρξουν, για να «γεμίσουν» το έργο. Καθένας απ'αυτούς εξυπηρετούσε έναν συγκεκριμένο σκοπό, συναποτελούσαν κομμάτια ενός αστυνομικού παζλ, εφόσον υπήρχε και μια εσάνς μυστηρίου στο έργο, βαδίζοντας πλάι πλάι με τη κωμικότητα του κειμένου.

Οι ηθοποιοί ήταν όλοι τους ένας κι ένας. Ο Τρύφων Γιαβάλκας και ο Στέλιος Σταυρίδης χάρισαν στους θεατές άπειρες στιγμές γέλιου με τις γκάφες αφενός και την αφέλεια των χαρακτήρων τους αφετέρου, ο Δημήτρης Δούτσης -ως άλλος επιθεωρητής Κλουζώ- προσέδιδε στο έργο την κωμική νότα μυστηρίου που το απογείωσε. Η Φένια Σαλούκα και ο Βαγγέλης Καραμπάσογλου, δυο νεαροί ηθοποιοί, δώρισαν απλόχερα τη φρεσκάδα και την αξιοζήλευτη εκφραστικότητα τους. Η φαντασμαγορική Αρετή Μακρολειβαδίτη, υποδυόμενη μια κυρία της καλής κοινωνίας, ερμήνευσε με απίστευτη φυσικότητα και χιούμορ τον χαρακτήρα της, περνώντας στους θεατές το μήνυμα και την αίσθηση ότι και η ίδια ευχαριστιόταν τον ρόλο της, γεγονός που πάντοτε είναι ευπρόσδεκτο, τόσο για έναν ηθοποιό όσο και για έναν θεατή (δακρύζοντας μας από το γέλιο καθόλη τη διάρκεια της ερμηνείας της). Ο Γιάννης Καραμπέλκος, πέρα από την υπογραφή του σεναρίου και της σκηνοθεσίας, συμμετείχε και ο ίδιος στο έργο, παίζοντας τον «Λάμπρο», ο οποίος, μέσα από τις περιπέτειες καθώς και την αγανάκτηση εξαιτίας όλων των συμβάντων στο σπίτι του, ερχόταν αντιμέτωπος με τη παράκρουση. Τελευταία και μη εξαιρετέα η απαστράπτουσα Ηλιάνα Τσίλη, με την υποκριτική της δεινότητα έδωσε πνοή ζωής όχι σ' έναν, αλλά σε δύο χαρακτήρες, έχοντας μάλιστα λίγα δευτερόλεπτα να «αλλάξει» από τον έναν στον άλλον. Πιο συγκεκριμένα, εκτός από τον κύριο ρόλο της, την γεμάτη ορμές «Λίνα», καλείτο επιτόπου να ενσαρκώσει ταχύτατα τη «Γωγώ», έναν χαρακτήρα βγαλμένο απευθείας από τοιχογραφία ανθρώπων των σπηλαίων, μια παρουσία που μόλις «ανέπνεε», το κοινό ξεκαρδιζόταν. Χρησιμοποιώντας το σώμα της, το εύπλαστο πρόσωπο της και την εκπαιδευμένη φωνή της, αμέσως «εμφάνιζε» έναν διαμετρικά αντίθετο χαρακτήρα στη σκηνή, μια πράξη που μαρτυρά και το επίπεδο της υποκριτικής της ικανότητας.

Κοινή παραδοχή της πενταμελούς παρέας με την οποία παρακολούθησα τη παράσταση ήταν οι καλογραμμένες, χιουμοριστικές ατάκες, ο πετυχημένος συγχρονισμός, οι δουλεμένες ερμηνείες και το πέρα για πέρα ευχάριστο πέρασμα της ώρας. Ένα μέλος της παρέας κυριολεκτικά κόντεψε να πνιγεί από το γέλιο, σχεδόν επιβεβαιώνοντας το μότο της παράστασης.

Και εις ανώτερα!

 

© 2023 CADMUS.  Διατηρούνται όλα τα δικαιώματα.
Υλοποιήθηκε από τη Webnode Cookies
Δημιουργήστε δωρεάν ιστοσελίδα! Αυτή η ιστοσελίδα δημιουργήθηκε με τη Webnode. Δημιουργήστε τη δική σας δωρεάν σήμερα! Ξεκινήστε